ἔγχυσις

ἔγχῠσις, εως, , ([etym.] ἐγχέω)
A pouring in, Plu.2.38f, Hero Spir.1.12.
II pouring of wine into casks, PPetr.2p.136 (iii B.C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔγχυσις — pouring in fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύσει — ἔγχυσις pouring in fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐγχύσεϊ , ἔγχυσις pouring in fem dat sg (epic) ἔγχυσις pouring in fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύσεις — ἔγχυσις pouring in fem nom/voc pl (attic epic) ἔγχυσις pouring in fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχυσιν — ἔγχυσις pouring in fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγχυση — Εισαγωγή υγρών, φαρμάκων, θρεπτικών ή άλλων ουσιών κατευθείαν σε αιμοφόρο αγγείο ή σε κοιλότητα του σώματος. * * * η (AM ἔγχυσις) 1. το να εγχέει, να ενσταλάζει κανείς υγρό σε ορισμένο αγγείο ή φάρμακο σε σημείο τού σώματος 2. η ίδια ουσία που… …   Dictionary of Greek

  • ἐγχύσεως — ἐγχύσεω̆ς , ἔγχυσις pouring in fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.